ώνια
τα, ουσ.
τα ψώνια, τα αγαθά που αγοράζουμε, (φρ.) «αξιωματικός ωνίων».
Ετυμολογία
< ουσιαστικοποιημένο ουδ. αρχ. ὤνιος -α, -ον και -ος, -ον [= για πούλημα] < ὠνέομαι [= αγοράζω, προσφέρω τιμή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ώνια», σ. 933. https://navalhistory.gr/lexiko/ωνια/