χειρόκτιο
Και: χειρόχτι, χερόκτι
το, ουσ.
(ενδυμ.) α) δερμάτινο ή βαμβακερό ή πλαστικό ή από αμίαντο προστατευτικό περίβλημα του χεριού, το γάντι, (φρ.) «χειρόκτιο νιτριλίου / βινιλίου / latex / πολυαιθυλενίου», β) τύπος γαντιού, χωρίς κάλυψη των δακτύλων, χρήσιμο στη διαδικασία ραφής των ιστίων.
Ετυμολογία
< αρχ. χείρ, ἡ, γεν. τῆς χειρ(ός).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειρόκτιο και χειρόχτι και χερόκτι», σ. 914. https://navalhistory.gr/lexiko/χειροκτιο-και-χειροχτι-και-χεροκτι/