χειροτρύπανο
το, ουσ.

(εργαλ.) ξυλουργικό εργαλείο που ανοίγει τρύπες, γνωστό και ως ματικάπι [δες λ.].
Ετυμολογία
< αρχ. χείρ, ἡ, γεν. τῆς χειρ(ός) -ο- + τρυπάνι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χειροτρύπανο», σ. 915. https://navalhistory.gr/lexiko/χειροτρυπανο/