χαβιάρι
το, ουσ. [γεν. χαβιαρ-ιού, χωρίς πληθ.]


- (τρόφ.) ταριχευμένα αβγά ψαριών και ειδικότερα του οξυρρύγχου και της μουρούνας, που αποτελούν θρεπτική και πανάκριβη τροφή, συνών. αβγοτάραχο
- (φρ.) «μαύρο χαβιάρι», για κάτι που έχει πολύ υψηλή τιμή
- (λαογρ.) [παροιμία] α) «Κουμπάρε φάε ελιές, μα καλό και το χαβιάρι», λέγεται για άτομο ανάγωγο και συμφεροντολόγο, β) «δεν γνωρίζουν οι γάιδαροι πως το τρώνε το χαβιάρι», λέγεται όταν δηλώνουμε την άγνοια, «το χαβιάρι είναι το ψωμί των πλουσίων», λέγεται για να δηλώσουμε την πολυτέλεια και τον τρόπο διατροφής μίας κοινωνικής ομάδας
- (κινημ.) «Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι», τίτλος κινηματογραφικής ταινίας του Γ. Σμαραγδή.
Ετυμολογία
<
ή μσν. χαβιάριν, αβέβαιου ετύμου, ίσως από το τουρκ. havyar [από το λεξικό Ν. Π. Ανδριώτη], ή
ή < αραβ. «khavyar» ή,
ή κατ’ απόσπαση από το σύνθ. ταριχαβγιάριον < τάριχος + αβγό [καταγραφή από το λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη].
Σύνθετα
χαβιαροσαλάτα. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ: Από τα 25 περίπου βασικά είδη οξυρρύγχου μόνο τρία χρησιμοποιούνται για να παραχθεί χαβιάρι κατάλληλο για βιομηχανική επεξεργασία. Η περιοχή της Κασπίας, αποτελεί τον τόπο της μεγαλύτερης παραγωγής του προϊόντος. Από τους πρώτους που προχώρησαν σε συστηματική επεξεργασία και εμπορική διάθεσή του υπήρξε ο Ιωάννης Βαρβάκης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χαβιάρι», σσ. 906-907. https://navalhistory.gr/lexiko/χαβιαρι/