φρέον
το, άκλ. ουσ.
(χημ.) υγρό, που μέσω της συμπίεσης γίνεται αέριο και αντίστροφα, παράγωγο του μεθανίου ή του αιθανίου, χρησιμοποιείται ως ψυκτικό μέσο σε κλιματιστικά, ψυγεία, αλλά και ως καύσιμο σε μηχανές εσωτερικής καύσης [η χρήση του είναι περιορισμένη έως απαγορευμένη σήμερα, εξαιτίας της επίδρασής του στο φαινόμενο του θερμοκηπίου].
Ετυμολογία
< αγγλ. Freon, [κατοχυρωμένη εμπορική ονομασία], αλλιώς και ως CFC (Chloro Fluoro Carbons).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρέον», σ. 898. https://navalhistory.gr/lexiko/φρεον/