navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φουντάρισμα

φουντάρισμα

το, ουσ.

  1. ο απότομο βούλιαγμα, βύθισμα
  2. (συνεκδ.) το ρίξιμο της άγκυρας, αγκυροβόλημα.

Ετυμολογία

< φουντάρω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φουντάρισμα», σ. 895. https://navalhistory.gr/lexiko/φουνταρισμα/