φουντάρισμα
το, ουσ.
- ο απότομο βούλιαγμα, βύθισμα
- (συνεκδ.) το ρίξιμο της άγκυρας, αγκυροβόλημα.
Ετυμολογία
< φουντάρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φουντάρισμα», σ. 895. https://navalhistory.gr/lexiko/φουνταρισμα/