navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φλοίσβος

φλοίσβος

ο, ουσ.

ήχος προερχόμενος από τον απαλό παφλασμό των κυμάτων στην ακτή.

Ετυμολογία

< φλοῖσβος [= 1. κάθε συγκεχυμένος θόρυβος, ήχος μάχης, σε Όμηρ. 2. ο θόρυβος της θάλασσας, σε Αισχύλ.] < φλέω [= είμαι γεμάτος].

Παράγωγα

φλοισβίζω > φλοίσβισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φλοίσβος», σ. 891. https://navalhistory.gr/lexiko/φλοισβοσ/