navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τυλίγω

τυλίγω

[μσν.] και τυλίσσω [μτγν.], ρ. [μετβ.]

  1. περιστρέφω κάτι πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα, αντών. ξετυλίγω
  2. περιτυλίγω, αμπαλάρω κάτι
  3. σκεπάζω καλά κάτι
  4. (μτφ.) πείθω κάποιον με παραπλανητικό τρόπο να κάνει κάτι, τον εξαπατώ.

Ετυμολογία

< αρχ. τύλη και τύλος [δες λ.].

Παράγωγα

τύλιγμα, τυλιχτός, τύλιξη.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τυλίγω», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τυλιγω/