τυλίγω
[μσν.] και τυλίσσω [μτγν.], ρ. [μετβ.]
- περιστρέφω κάτι πολλές φορές γύρω από έναν πραγματικό ή νοητό άξονα, αντών. ξετυλίγω
- περιτυλίγω, αμπαλάρω κάτι
- σκεπάζω καλά κάτι
- (μτφ.) πείθω κάποιον με παραπλανητικό τρόπο να κάνει κάτι, τον εξαπατώ.
Ετυμολογία
< αρχ. τύλη και τύλος [δες λ.].
Παράγωγα
τύλιγμα, τυλιχτός, τύλιξη.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τυλίγω», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τυλιγω/