τερηδών
[αρχ.] και τερηδόνα, η, ουσ.
- (εντομ.) έντομο που διαβρώνει τα ξύλα, σαράκι
- (ζωολ.) θαλάσσιο μαλάκιο που κατατρώει τα ξύλα των πλοίων, το σώμα του μοιάζει με σκουλήκι ενώ στο μπροστινό άκρο υπάρχει όστρακο, ξυλοσκούληκο
- (ιατρ.) πάθηση των δοντιών.
Ετυμολογία
< αρχ. τερηδών, γεν. -όνος, αιτ. -όνα [= α) ξυλοφάγο έντομο, β) χάλασμα των δοντιών, φθορά των οστών].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τερηδών», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τερηδων/