navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τερηδών

τερηδών

[αρχ.] και τερηδόνα, η, ουσ.

  1. (εντομ.) έντομο που διαβρώνει τα ξύλα, σαράκι
  2. (ζωολ.) θαλάσσιο μαλάκιο που κατατρώει τα ξύλα των πλοίων, το σώμα του μοιάζει με σκουλήκι ενώ στο μπροστινό άκρο υπάρχει όστρακο, ξυλοσκούληκο
  3. (ιατρ.) πάθηση των δοντιών.

Ετυμολογία

< αρχ. τερηδών, γεν. -όνος, αιτ. -όνα [= α) ξυλοφάγο έντομο, β) χάλασμα των δοντιών, φθορά των οστών].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τερηδών», σ. 825. https://navalhistory.gr/lexiko/τερηδων/