υγεία
η, ουσ.

- (ιατρ.) η καλή και φυσιολογική κατάσταση του οργανισμού, αντών. ασθένεια, αρρώστια, πάθηση, νόσος
- (ψυχολ.) η ισορροπημένη κατάσταση στην ψυχοπνευματική λειτουργία του ανθρώπου
- (μτφ.) η ευστάθεια, η ισορροπία, η ομαλή λειτουργία
- (μυθολ.) [ως κύρ. όν.] η Ὑγίεια*, αρχαία ελληνική θεότητα, προσωποποίηση της σωματικής, πνευματικής και ψυχικής υγείας του ανθρώπου
- (φρ.) «δημόσια υγεία», η υγεία του πληθυσμού μίας χώρας, «εις υγείαν», προσφώνηση για καλή και φυσιολογική ζωή.
Ετυμολογία
< μτγν. ὑγεία < αρχ. ὑγίεια. [φωτό: λεπτομέρεια, μουσείο Capitolini].
Αντώνυμα στο λεξικό
Μυθολογια
Υγίεια, θεωρήθηκε κόρη του Ασκληπιού, εξαιτίας των θεραπευτικών της ικανοτήτων. Δεν έχει δικό της μύθο, συνδέθηκε όμως με την πρόληψη των ασθενειών και τη διατήρηση της κατάστασης της υγείας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγεία», σ. 858. https://navalhistory.gr/lexiko/υγεια/