navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τσιμούχα

τσιμούχα

η, ουσ.

  1. (ενδυμ.) α) παρυφή υφάσματος, συνών. ούγια, β) λωρίδα υφάσματος, συνών. μπορντούρα, γ) άκομψο ρούχο
  2. (τεχνολ.) δακτύλιος στεγανότητας, φλάντζα, παρέμβυσμα
  3. (μτφ.) αδύνατη και άσχημη γυναίκα.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο)

ή < ιταλ. cimosa < μτγν. λατιν. simussa < αρχ. σιμοῦσ(σ)α, θηλ. του επιθ. σιμός [= αυτός που έχει πλακουτσωτή μύτη], ή

ή < τουρκ. çamuha [= σφουγγάρι κακής ποιότητας] < ίσως, ιταλικής προέλευσης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμούχα», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμουχα/