τσιμούχα
η, ουσ.
- (ενδυμ.) α) παρυφή υφάσματος, συνών. ούγια, β) λωρίδα υφάσματος, συνών. μπορντούρα, γ) άκομψο ρούχο
- (τεχνολ.) δακτύλιος στεγανότητας, φλάντζα, παρέμβυσμα
- (μτφ.) αδύνατη και άσχημη γυναίκα.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο)
ή < ιταλ. cimosa < μτγν. λατιν. simussa < αρχ. σιμοῦσ(σ)α, θηλ. του επιθ. σιμός [= αυτός που έχει πλακουτσωτή μύτη], ή
ή < τουρκ. çamuha [= σφουγγάρι κακής ποιότητας] < ίσως, ιταλικής προέλευσης.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμούχα», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμουχα/