τόκος
ο, ουσ.
(οικον.) κέρδος χρηματικό, επί της % ή της ‰, που καταθέτει ο οφειλέτης στο δανειστή για δάνειο που έλαβε, (φρ.) «νόμιμος / χρεωστικός / πιστωτικός / μηδενικός /μηνιαίος / τραπεζικός / εμπορικός / σύνθετος / προεξοφλητικός τόκος», «τόκος υπερημερίας».
Ετυμολογία
< αρχ. τόκος.
Σύνθετα
τοκόσημο, τοκοχρεολύσιο, τοκοφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόκος», σ. 834. https://navalhistory.gr/lexiko/τοκοσ/