navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τόρμος

τόρμος

ο, ουσ.

  1. μικρή προεξοχή που επιτυγχάνει τη συνδεσμολογία δύο εξαρτημάτων, εντορμία [δες λ.], σκάτσα
  2. (στρατ.) η οπή στην οποία εφαρμόζει το μεταλλικό σύστημα ενός πολυβόλου
  3. ξύλινο ή μεταλλικό δόντι οργάνου
  4. αλλά και οπή ή κοιλότητα στην οποία εισδύει καρφί ή πάσσαλος.

Ετυμολογία

< αρχ. τόρμος.

Σύνθετα

εντορμία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόρμος», σ. 836. https://navalhistory.gr/lexiko/τορμοσ/