τσεκ
Και: τσέκι
το, άκλ. ουσ.
(οικον.) α) επιταγή τράπεζας, β) (συνεκδ.) τα χρήματα.
Ετυμολογία
< αγγλ. check.
Παράγωγα
τσεκάρω [= ελέγχω], τσεκάρισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσεκ και τσέκι», σ. 851. https://navalhistory.gr/lexiko/τσεκ-και-τσεκι/