τσιφ
επίρρ.
(οικον.) εμπορικός διεθνής όρος που δηλώνει ότι στην συμφωνημένη τιμή του εισαγόμενου εμπορεύματος έχει υπολογιστεί, το κόστος, η ασφάλεια και ο ναύλος μέχρι την άφιξη στο λιμάνι προορισμού.
Ετυμολογία
(αρκτικόλεξο) < αγγλ. cif < c (ost), i (nsurance) and f (reight) [= έξοδα, ασφάλιση και φορτίο - εμπόρευμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιφ», σ. 854. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιφ/