υπεραξία
η, ουσ.
- αξία που δημιουργείται από την απλήρωτη εργασία των μισθωτών εργατών, πέρα και υπεράνω της αξίας της εργατικής τους δύναμης, και την οποία ιδιοποιείται δίχως αντιστάθμισμα ο εργοδότης, (φρ.) «απόλυτη / σχετική / πρόσθετη υπεραξία»,
- (οικον.) η αύξηση της αξίας ενός προϊόντος χωρίς αυτή να δικαιολογείται από κάποια πιθανή βελτίωση ή επεξεργασία επί του αγαθού.
Ετυμολογία
< υπέρ + αξία, μτφρδ. από τη γερμ. Mehrwert [= προστιθέμενη αξία].
Από τον Τύπο
Η βασική μέθοδος αύξησης της σχετικής υπεραξίας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σημαίνει παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων στη διάρκεια του ημερήσιου χρόνου εργασίας, επομένως και περισσότερη νέα αξία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπεραξία», σ. 867. https://navalhistory.gr/lexiko/υπεραξια/