navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Υ › υπεραξία

υπεραξία

η, ουσ.

  1. αξία που δημιουργείται από την απλήρωτη εργασία των μισθωτών εργατών, πέρα και υπεράνω της αξίας της εργατικής τους δύναμης, και την οποία ιδιοποιείται δίχως αντιστάθμισμα ο εργοδότης, (φρ.) «απόλυτη / σχετική / πρόσθετη υπεραξία»,
  2. (οικον.) η αύξηση της αξίας ενός προϊόντος χωρίς αυτή να δικαιολογείται από κάποια πιθανή βελτίωση ή επεξεργασία επί του αγαθού.

Ετυμολογία

< υπέρ + αξία, μτφρδ. από τη γερμ. Mehrwert [= προστιθέμενη αξία].

Από τον Τύπο

Η βασική μέθοδος αύξησης της σχετικής υπεραξίας είναι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Γιατί η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας σημαίνει παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων στη διάρκεια του ημερήσιου χρόνου εργασίας, επομένως και περισσότερη νέα αξία.

https://www.rizospastis.gr/story.do?id=1943020

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπεραξία», σ. 867. https://navalhistory.gr/lexiko/υπεραξια/