τιμή
η, ουσ.
- (κοινων.) η κοινωνική εκτίμηση και ο σεβασμός ως καταξίωση και αναγνώριση στο πρόσωπο κάποιου
- (οικον.) η χρηματική αξία ενός πράγματος
- (για κορίτσια) η αγνότητα
- (πληθ.) οι τιμές, η εκδήλωση αναγνώρισης και σεβασμού σύμφωνα με τις καθιερωμένες νόμιμες διαδικασίες
- (φρ.) «τιμής ένεκεν», σε ένδειξη σεβασμού και αναγνώρισης για την προσφορά κάποιου προσώπου προς το κοινωνικό σύνολο, «τιμή αγοράς / κόστους / κιλού / διεθνής / εποχιακή / παραγωγής / λιανικής – χονδρικής πωλήσεως / υψηλή / χαμηλή / πτωτική / τρέχουσα / μετοχής / χρηματιστηριακή / εισιτηρίου / χρυσού / συναλλάγματος / λίρας – δολαρίου κ.λπ. / συνολική», «δελτίο / δείκτης / πρατήριο / κώδικας τιμών».
Ετυμολογία
< αρχ. τίω [= αποδίδω τιμή].
Παράγωγα
τιμώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τιμή», σ. 832. https://navalhistory.gr/lexiko/τιμη/