σφιγκτήρας
ο, ουσ.

- (ανατ.) κυκλικός μυς που συσφίγγει ή συγκλείει με σύσπαση το φυσικό εξωτερικό στόμιο διαφόρων κοιλοτήτων [πρωκτός, ουρήθρα κ.ά] ή σημείο [πόρος] περάσματος από ένα τμήμα σωληνοειδούς κενού οργάνου σε άλλο [χοληδόχος πόρος]
- (εργαλ.) εργαλείο με το οποίο σφίγγουν ή στερεώνουν ή συγκρατούν κάποιο αντικείμενο
- κόμπος που δένεται γύρω από άλλο αντικείμενο και ο οποίος δε χαλαρώνει εύκολα ενώ ασκεί στο σημείο επαφής μεγάλη πίεση.
Ετυμολογία
< μτγν. σφιγκτήρ, -ήρος < αρχ. σφίγγω + [επίθημα] -τήρ.
Παράγωγα
σφιγκτηρισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφιγκτήρας», σ. 811. https://navalhistory.gr/lexiko/σφιγκτηρασ/