συνδεσμολογία
η, ουσ.
- Ανατομία
- από το 1897
- (ηλεκτρολ.) τρόπος σύνδεσης καλωδίων ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής συσκευής αλλά και το σύνολο των καλωδίων ρεύματος σε μια κατασκευή
- (φρ..) «συνδεσμολογία ἐν παραλλήλῳ» ή «παράλληλη συνδεσμολογία», «συνδεσμολογία ἐν σειρᾴ» (ανατ.) κλάδος της ιατρικής που ασχολείται με τους συνδέσμους των αρθρώσεων.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. syndesmologie < αρχ. σύνδεσμο(ς) + -logie [= -λογία]. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Ακρόπολις.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνδεσμολογία», σσ. 801-802. https://navalhistory.gr/lexiko/συνδεσμολογια/