navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύνδεσμος

σύνδεσμος

ο, ουσ.

  1. καθετί που ενώνει δύο η περισσότερα πράγματα, (φρ.) «σύνδεσμος σύσφιξης», σύνδεσμος τριβής με κοχλία που χρησιμοποιείται για τη στερέωση μηχανημάτων
  2. (μτφ.) στενή σχέση που δημιουργείται μεταξύ ανθρώπων σε συναισθηματικό ή κοινωνικό επίπεδο
  3. α) (πολιτ.) πρόσωπο που δρα παράνομα, σε ξένη χώρα μεταφέροντας εμπιστευτικές πληροφορίες σε δικούς του ανθρώπους ή που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για διάφορες πολιτικές οργανώσεις σε καθεστώς παρανομίας, β) (στρατ.) στρατιωτικός ή κυβερνητικός ταχυδρόμος, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά σημαντικών, κυρίως εμπιστευτικών, πληροφοριών
  4. ομάδα ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις
  5. (γραμμ.) άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή προτάσεις, (φρ.) «συμπλεκτικοί / αντιθετικοί / συμπερασματικοί / χρονικοί / αιτιολογικοί / υποθετικοί / ειδικοί σύνδεσμοι» κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. σύνδεσμος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύνδεσμος», σ. 801. https://navalhistory.gr/lexiko/συνδεσμοσ/