σύνδεσμος
ο, ουσ.
- καθετί που ενώνει δύο η περισσότερα πράγματα, (φρ.) «σύνδεσμος σύσφιξης», σύνδεσμος τριβής με κοχλία που χρησιμοποιείται για τη στερέωση μηχανημάτων
- (μτφ.) στενή σχέση που δημιουργείται μεταξύ ανθρώπων σε συναισθηματικό ή κοινωνικό επίπεδο
- α) (πολιτ.) πρόσωπο που δρα παράνομα, σε ξένη χώρα μεταφέροντας εμπιστευτικές πληροφορίες σε δικούς του ανθρώπους ή που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος για διάφορες πολιτικές οργανώσεις σε καθεστώς παρανομίας, β) (στρατ.) στρατιωτικός ή κυβερνητικός ταχυδρόμος, που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά σημαντικών, κυρίως εμπιστευτικών, πληροφοριών
- ομάδα ανθρώπων με κοινές επιδιώξεις
- (γραμμ.) άκλιτη λέξη που συνδέει λέξεις ή προτάσεις, (φρ.) «συμπλεκτικοί / αντιθετικοί / συμπερασματικοί / χρονικοί / αιτιολογικοί / υποθετικοί / ειδικοί σύνδεσμοι» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. σύνδεσμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύνδεσμος», σ. 801. https://navalhistory.gr/lexiko/συνδεσμοσ/