navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σκοπός

σκοπός

ο, ουσ.

  1. ο στόχος, στο στρατιωτικό παράγγελμα «επί σκοπόν»
  2. καθετί που σκέφτεται ή αποφασίζει να πράξει κάποιος
  3. α) (στρατ.) ο φρουρός, ο βιγλάτορας, αλλά και β) ο θυρωρός της πολυκατοικίας, γ) ο μπράβος του νυχτερινού κέντρου
  4. (φρ.) «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», που σημαίνει ότι είναι δικαιολογημένη οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου να επιτύχουμε το στόχο μας
  5. (μουσ.) η μελωδία, του τραγουδιού, το μοτίβο [< ιταλ. motivo].

Ετυμολογία

< αρχ. σκοπός [= παρατηρητής].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπός», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοποσ/