σκοπός
ο, ουσ.
- ο στόχος, στο στρατιωτικό παράγγελμα «επί σκοπόν»
- καθετί που σκέφτεται ή αποφασίζει να πράξει κάποιος
- α) (στρατ.) ο φρουρός, ο βιγλάτορας, αλλά και β) ο θυρωρός της πολυκατοικίας, γ) ο μπράβος του νυχτερινού κέντρου
- (φρ.) «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», που σημαίνει ότι είναι δικαιολογημένη οποιαδήποτε ενέργεια προκειμένου να επιτύχουμε το στόχο μας
- (μουσ.) η μελωδία, του τραγουδιού, το μοτίβο [< ιταλ. motivo].
Ετυμολογία
< αρχ. σκοπός [= παρατηρητής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκοπός», σ. 768. https://navalhistory.gr/lexiko/σκοποσ/