navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαλπιγκτής

σαλπιγκτής

ο, ουσ.

  1. (μουσ.) αυτός που παίζει μουσική με την σάλπιγγα, τρομπετίστας
  2. στρατιώτης που μεταδίδει παραγγέλματα κάνοντας χρήση της σάλπιγγας.

Ετυμολογία

< αρχ. σαλπιγκτής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλπιγκτής», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπιγκτησ/