navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στοπ

στοπ

το, άκλ. ουσ.

  1. το να επικρατεί η παύση σε οτιδήποτε κινείται, συνών. στοπάρισμα, φερμάρισμα, σταμάτημα, παύση, στάση
  2. τελεία τηλεγραφημάτων
  3. (συνεκδ.) το σήμα της τροχαίας που δηλώνει το σταμάτημα της πορείας και τον έλεγχο προς κάθε κατεύθυνση
  4. (επιφών.) εντολή προς κάποιον να ακινητοποιήσει το όχημά του, συνών. αλτ
  5. [πληθ.] τα πίσω φώτα του οχήματος.

Ετυμολογία

< αγγλ. stop < μσν. αγγλ. stoppen.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στοπ», σ. 789. https://navalhistory.gr/lexiko/στοπ/