στοπ
το, άκλ. ουσ.
- το να επικρατεί η παύση σε οτιδήποτε κινείται, συνών. στοπάρισμα, φερμάρισμα, σταμάτημα, παύση, στάση
- τελεία τηλεγραφημάτων
- (συνεκδ.) το σήμα της τροχαίας που δηλώνει το σταμάτημα της πορείας και τον έλεγχο προς κάθε κατεύθυνση
- (επιφών.) εντολή προς κάποιον να ακινητοποιήσει το όχημά του, συνών. αλτ
- [πληθ.] τα πίσω φώτα του οχήματος.
Ετυμολογία
< αγγλ. stop < μσν. αγγλ. stoppen.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στοπ», σ. 789. https://navalhistory.gr/lexiko/στοπ/