navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρόζος

ρόζος

ο, ουσ.

ρόζος, εικόνα από το έντυπο
  1. (φυτολ.) εξόγκωμα που εμφανίζεται στον κορμό ή στον βλαστό του δέντρου
  2. (ανατ.) κάλος που έχει σκληρυνθεί και δημιουργείται στην παλάμη του χεριού ή στο πέλμα του ποδιού.

Ετυμολογία

< αρχ. ὄζος, [= κλώνος, κλαδί, βλαστάρι, βλαστός], με παρετυμολογική επίδραση της λ. ρίζα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρόζος», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ροζοσ/