ρόζος
ο, ουσ.

- (φυτολ.) εξόγκωμα που εμφανίζεται στον κορμό ή στον βλαστό του δέντρου
- (ανατ.) κάλος που έχει σκληρυνθεί και δημιουργείται στην παλάμη του χεριού ή στο πέλμα του ποδιού.
Ετυμολογία
< αρχ. ὄζος, [= κλώνος, κλαδί, βλαστάρι, βλαστός], με παρετυμολογική επίδραση της λ. ρίζα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρόζος», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ροζοσ/