στεριανός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που διαμένει ή προέρχεται ή κατάγεται από ηπειρωτική περιοχή, δηλ. που βρίσκεται μακριά από θάλασσα, αντών. θαλασσινός.
Ετυμολογία
< στεριά.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στεριανός», σ. 785. https://navalhistory.gr/lexiko/στεριανοσ/