navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρυτίδωση

ρυτίδωση

η, ρυτίδωμα, το, ουσ.

  1. (ιατρ.) σχηματισμός ρυτίδων στο πρόσωπο, ζάρωμα
  2. (μτφ.) ελαφρός θαλάσσιος κυματισμός.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥυτιδ(ῶ) -ώνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυτίδωση», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυτιδωση/