ρυτίδωση
η, ρυτίδωμα, το, ουσ.
- (ιατρ.) σχηματισμός ρυτίδων στο πρόσωπο, ζάρωμα
- (μτφ.) ελαφρός θαλάσσιος κυματισμός.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥυτιδ(ῶ) -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυτίδωση», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυτιδωση/