Σμύρνη
η, ουσ.
(γεωγρ.) η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας, με τρία εκατ. πληθυσμό.
Ετυμολογία
< αρχ. Σμύρνη, το τουρκ. İzmir [Ιζμίρ] αποτελεί παραφθορά του αρχ. ελλ. ονόματος, (μυθολ.) αμαζόνα, ιδρύτρια της πόλης.
Παράγωγα
Σμυρναίος, Σμυρνιός /-ιά, σμυρναίικος, σμυρναϊκός, σμυρνιώτικος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Σμύρνη», σ. 773. https://navalhistory.gr/lexiko/σμυρνη/