σλίπιγκ-μπαγκ
το, άκλ. ουσ.
υπνόσακος από αδιάβροχο ύφασμα, κατάλληλος στην κατασκηνωτική ζωή.
Ετυμολογία
< αγγλ. sleepingbag.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σλίπιγκ-μπαγκ», σ. 772. https://navalhistory.gr/lexiko/σλιπιγκ-μπαγκ/