σκραπ
το, άκλ. ουσ.
ανακυκλώσιμα υλικά που προέρχονται από βιομηχανικά προϊόντα, κυρίως μεταλλικής κατασκευής, όπως: τμήματα αυτοκινήτων, τμήματα αεροσκαφών, πλοία, οικιακές συσκευές κ.λπ.
Ετυμολογία
< αγγλ. scrap [= ελάχιστο ή άχρηστο κομματάκι] < μσν. αγγλ. scrappe < αρχ. σκανδιναβική γλώσσα [ίσως νορβηγική] < skrap < skrapa.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκραπ», σ. 771. https://navalhistory.gr/lexiko/σκραπ/