σμίλη
η, ουσ.
(εργαλ.) α) ατσάλινο εργαλείο, με αιχμηρή λάμα στην μία άκρη, κατάλληλο για κατεργασία: α) πέτρας ή μαρμάρου, συνών. καλέμι, β) ξύλου, συνών. σκαρπέλο, β) κοπίδι.
Ετυμολογία
< μτγν. σμίλη < αρχ. σμίλη [= εργαλείο γλυπτικής, σμίλη, γλύφανο].
Παράγωγα
σμιλεύω, σμιλάρι, σμιλίο
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σμίλη», σ. 772. https://navalhistory.gr/lexiko/σμιλη/