σκαφιδορόκανο
το, ουσ.
(εργαλ.) ξυλουργικό εργαλείο [είδος ροκανιού] κατάλληλο για τη λείανση της εσωτερικής επιφάνειας των σανιδιών του πετσώματος αλλά και για τις κοίλες επιφάνειες της γάστρας και γενικότερα κάθε καμπυλωτής επιφάνειας, συνών. λακκορόκανο [προβιομηχανικό είδος εργαλείου].
Ετυμολογία
< αρχ. σκαφίς, γεν. σκαφίδος, -ίδα, [πληθ. σκαφίδες], + ροκάνι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκαφιδορόκανο», σ. 765. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαφιδοροκανο/