navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φρουρός

φρουρός

ο, ουσ.

  1. αυτός που φροντίζει [συνήθως στρατιώτης ή αστυνομικός] για τη φύλαξη κάποιου χώρου, προσώπου κ.λπ.
  2. ένοπλος σκοπός (στρατιώτης, ναύτης ή σμηνίας) που εκτελεί υπηρεσία φύλαξης, συνών. ο βαρδιάτορας, ο βιγλάτορας, βαρδιάνος
  3. (μτφ.) άτομο που αναλαμβάνει τη φύλαξη προσώπων ή χώρων, συνών. σεκιουριτάς, μπράβος, σωματοφύλακας.

Ετυμολογία

< αρχ. φρουρός [= παρατηρητής, φύλακας, σε Ευρ. και Θουκ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρουρός», σ. 899. https://navalhistory.gr/lexiko/φρουροσ/