φρουρός
ο, ουσ.
- αυτός που φροντίζει [συνήθως στρατιώτης ή αστυνομικός] για τη φύλαξη κάποιου χώρου, προσώπου κ.λπ.
- ένοπλος σκοπός (στρατιώτης, ναύτης ή σμηνίας) που εκτελεί υπηρεσία φύλαξης, συνών. ο βαρδιάτορας, ο βιγλάτορας, βαρδιάνος
- (μτφ.) άτομο που αναλαμβάνει τη φύλαξη προσώπων ή χώρων, συνών. σεκιουριτάς, μπράβος, σωματοφύλακας.
Ετυμολογία
< αρχ. φρουρός [= παρατηρητής, φύλακας, σε Ευρ. και Θουκ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φρουρός», σ. 899. https://navalhistory.gr/lexiko/φρουροσ/