σημύδα
η, ουσ.
(φυτολ.) είδος φυλλοβόλου δέντρου ή θάμνου που φύεται σε ψυχρές περιοχές και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων, μουσικών οργάνων, σκαφών κ.ά., συνών. βετούλη και μπετούλα.
Ετυμολογία
< μτγν. σημύδα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σημύδα», σ. 757. https://navalhistory.gr/lexiko/σημυδα/