σίλουρος
ο, ουσ.
(ιχθυολ.) α) γένος ιχθύων του γλυκού νερού, β) ποταμίσιο είδος ψαριού, συνών. γλανίδι [συγγενικό είδος με τον γουλιανό].
Ετυμολογία
< λατιν. silurus < σιλ- [ίσως από το αρχ. σιλλός = αλλήθωρος] + -ουρος [< οὐρά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σίλουρος», σ. 760. https://navalhistory.gr/lexiko/σιλουροσ/