σήμανση
η, ουσ.
- σημάδεμα τοποθεσιών, μαρκάρισμα
- τοποθέτηση διακριτικού σήματος
- τοποθέτηση πινακίδων οδικής κυκλοφορίας
- ειδική υπηρεσία των αστυνομικών διευθύνσεων με καθήκον τη δίωξη και τον εντοπισμό των παρανομούντων.
Ετυμολογία
< μτγν. σήμανσις < αρχ. σημαίνω [= 1. δηλώνω, γνωστοποιώ, φανερώνω, καταδεικνύω, 2. παρέχω σημεία, κάνω σινιάλα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σήμανση», σ. 755. https://navalhistory.gr/lexiko/σημανση/