σεισμοσκόπιο
το, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή καταγραφής του χρόνου και της θέσης της σεισμικής δόνησης.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. séismoscope < σεισμός + -σκόπιο < αρχ. σκοπέω/-ῶ, [= παρατηρώ προσεκτικά, εξετάζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σεισμοσκόπιο», σ. 750. https://navalhistory.gr/lexiko/σεισμοσκοπιο/