σεισμός
ο, ουσ.
- (γεωλ.) δόνηση του στερεού φλοιού της γης που οφείλεται σε φυσικά αίτια, συνών. εγκέλαδος
- (μτφ.) η μεγάλη κοινωνική και πολιτική αναταραχή.
Ετυμολογία
< αρχ. σείω [= ταρακουνώ, κινώ πέρα δώθε, δονώ, πάλλω].
Σύνθετα
σεισμογράφος, σεισμογραφία, σεισμοθεραπεία, σεισμολογία, σεισμομετρία, σεισμόμετρο, σεισμόπληκτος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σεισμός», σσ. 749-750. https://navalhistory.gr/lexiko/σεισμοσ/