navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σεισμός

σεισμός

ο, ουσ.

  1. (γεωλ.) δόνηση του στερεού φλοιού της γης που οφείλεται σε φυσικά αίτια, συνών. εγκέλαδος
  2. (μτφ.) η μεγάλη κοινωνική και πολιτική αναταραχή.

Ετυμολογία

< αρχ. σείω [= ταρακουνώ, κινώ πέρα δώθε, δονώ, πάλλω].

Σύνθετα

σεισμογράφος, σεισμογραφία, σεισμοθεραπεία, σεισμολογία, σεισμομετρία, σεισμόμετρο, σεισμόπληκτος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σεισμός», σσ. 749-750. https://navalhistory.gr/lexiko/σεισμοσ/