navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σιγαστήρας

σιγαστήρας

ο, ουσ.

(τεχνολ.) συσκευή ή εξάρτημα που περιορίζει το θόρυβο σε μηχανές ή σε όπλα, συνών. αποσιωπητήρας, σιλανσιέ.

Ετυμολογία

< αρχ. σιγασ- < σιγάζω [= κάνω κάποιον να σωπάσει] + -τήρ > -τήρας.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιγαστήρας», σ. 758. https://navalhistory.gr/lexiko/σιγαστηρασ/