navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σέρβις

σέρβις

το, άκλ. ουσ.

  1. (τεχνολ.) συντήρηση ή επισκευή μηχανήματος, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για την καλύτερη λειτουργία του
  2. εξυπηρέτηση πελάτη.

Ετυμολογία

< αγγλ. servise [= εξυπηρέτηση] < λατιν. servire [= υπηρετώ] < servus [= δούλος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέρβις», σ. 752. https://navalhistory.gr/lexiko/σερβισ/