σέρβις
το, άκλ. ουσ.
- (τεχνολ.) συντήρηση ή επισκευή μηχανήματος, σε τακτά χρονικά διαστήματα, για την καλύτερη λειτουργία του
- εξυπηρέτηση πελάτη.
Ετυμολογία
< αγγλ. servise [= εξυπηρέτηση] < λατιν. servire [= υπηρετώ] < servus [= δούλος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σέρβις», σ. 752. https://navalhistory.gr/lexiko/σερβισ/