σβήνω
ρ.
[μετβ.]
- κάνω να σταματήσει η φωτιά
- σταματώ τη λειτουργία κάποιου μηχανήματος
- κλείνω ή κατεβάζω τον διακόπτη
- διαγράφω γραπτό κείμενο
- επιφέρω συντριπτική νίκη επί του αντιπάλου, [αμετβ] 1. εξαφανίζομαι, χάνομαι, 2. λιποθυμώ αλλά και πεθαίνω, ξεψυχάω.
Ετυμολογία
< αρχ. σβέννυμι [= 1. σβήνω, καταστέλλω, καταπραΰνω, καταπαύω, 2. καταστέλλω, δαμάζω, θέτω υπό έλεγχο, μετριάζω].
Παράγωγα
σβήσιμο, σβηστήρας, σβηστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σβήνω», σ. 748. https://navalhistory.gr/lexiko/σβηνω/