navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σβήνω

σβήνω

ρ.

[μετβ.]

  1. κάνω να σταματήσει η φωτιά
  2. σταματώ τη λειτουργία κάποιου μηχανήματος
  3. κλείνω ή κατεβάζω τον διακόπτη
  4. διαγράφω γραπτό κείμενο
  5. επιφέρω συντριπτική νίκη επί του αντιπάλου, [αμετβ] 1. εξαφανίζομαι, χάνομαι, 2. λιποθυμώ αλλά και πεθαίνω, ξεψυχάω.

Ετυμολογία

< αρχ. σβέννυμι [= 1. σβήνω, καταστέλλω, καταπραΰνω, καταπαύω, 2. καταστέλλω, δαμάζω, θέτω υπό έλεγχο, μετριάζω].

Παράγωγα

σβήσιμο, σβηστήρας, σβηστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σβήνω», σ. 748. https://navalhistory.gr/lexiko/σβηνω/