σαλπίζω
ρ. [μετβ.]
- παίζω μουσική με τη σάλπιγγα
- δίνω παραγγέλματα κάνοντας χρήση της σάλπιγγας
- αναγγέλλω παντού κάτι σπουδαίο.
Ετυμολογία
< αρχ. σαλπίζω.
Παράγωγα
σάλπισμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλπίζω», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπιζω/