navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαλπίζω

σαλπίζω

ρ. [μετβ.]

  1. παίζω μουσική με τη σάλπιγγα
  2. δίνω παραγγέλματα κάνοντας χρήση της σάλπιγγας
  3. αναγγέλλω παντού κάτι σπουδαίο.

Ετυμολογία

< αρχ. σαλπίζω.

Παράγωγα

σάλπισμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλπίζω», σ. 743. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλπιζω/