navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πιστόνι

πιστόνι

το, ουσ.

  1. (μουσ.) κλειδί χάλκινου πνευστού οργάνου, είδος βαλβίδας που ρυθμίζει τη ροή του αέρα και συνεπώς τον ήχο που παράγεται
  2. (μηχανολ.) έμβολο κινητήρων και μηχανών εσωτερικής καύσης.

Ετυμολογία

< γαλλ. piston < ιταλ. pistone [= γουδοχέρι] < λατιν. pistus παθητ. μτχ. του ρ. pinso, pisto [= χτυπώ, κοπανίζω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιστόνι», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πιστονι/