πιστόνι
το, ουσ.
- (μουσ.) κλειδί χάλκινου πνευστού οργάνου, είδος βαλβίδας που ρυθμίζει τη ροή του αέρα και συνεπώς τον ήχο που παράγεται
- (μηχανολ.) έμβολο κινητήρων και μηχανών εσωτερικής καύσης.
Ετυμολογία
< γαλλ. piston < ιταλ. pistone [= γουδοχέρι] < λατιν. pistus παθητ. μτχ. του ρ. pinso, pisto [= χτυπώ, κοπανίζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πιστόνι», σ. 666. https://navalhistory.gr/lexiko/πιστονι/