ροπή
η, ουσ.
- κλίση που παίρνει ένα σώμα με κατεύθυνση προς τα κάτω
- (φυσ.) το γινόμενο της έντασης μιας δύναμης επί την απόστασή της από ορισμένο σημείο
- (μτφ.) η προτίμηση που δείχνει κάποιος για ορισμένα πράγματα ή για συγκεκριμένη συμπεριφορά, προδιάθεση
- ελαφριά απόκλιση από κανονική πορεία ή κατάσταση, 4. (τεχνολ.) μέγεθος που φανερώνει το πόσο γρήγορα μπορεί να επιταχύνει ο κινητήρας του οχήματος, δηλ. το πόση ισχύ έχουμε στη διάθεσή μας σε κάποιες στροφές
- (φρ.) «ροπή αδράνειας / ανάκλησης / ανατροπής / ευθυντηρία / ζυγοσταθμίσεως / κίνησης / ανόρθωσης πλοίου / αντίστασης / δυνάμεως ως προς το σημείο - δυνάμεως ως προς τον άξονα – ζεύγους δυνάμεων / ευστάθειας πλοίου / θραύσης / κάμψης / παραμόρφωσης / στρέψης / στροφής / στροφής πηδαλίου».
Ετυμολογία
< αρχ. ῥοπή [= κλίση προς τα κάτω] < ῥέπω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροπή», σ. 734. https://navalhistory.gr/lexiko/ροπη/