navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ροπή

ροπή

η, ουσ.

  1. κλίση που παίρνει ένα σώμα με κατεύθυνση προς τα κάτω
  2. (φυσ.) το γινόμενο της έντασης μιας δύναμης επί την απόστασή της από ορισμένο σημείο
  3. (μτφ.) η προτίμηση που δείχνει κάποιος για ορισμένα πράγματα ή για συγκεκριμένη συμπεριφορά, προδιάθεση
  4. ελαφριά απόκλιση από κανονική πορεία ή κατάσταση, 4. (τεχνολ.) μέγεθος που φανερώνει το πόσο γρήγορα μπορεί να επιταχύνει ο κινητήρας του οχήματος, δηλ. το πόση ισχύ έχουμε στη διάθεσή μας σε κάποιες στροφές
  5. (φρ.) «ροπή αδράνειας / ανάκλησης / ανατροπής / ευθυντηρία / ζυγοσταθμίσεως / κίνησης / ανόρθωσης πλοίου / αντίστασης / δυνάμεως ως προς το σημείο - δυνάμεως ως προς τον άξονα – ζεύγους δυνάμεων / ευστάθειας πλοίου / θραύσης / κάμψης / παραμόρφωσης / στρέψης / στροφής / στροφής πηδαλίου».

Ετυμολογία

< αρχ. ῥοπή [= κλίση προς τα κάτω] < ῥέπω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροπή», σ. 734. https://navalhistory.gr/lexiko/ροπη/