ρετάρω
ρ. [αμετβ.]
- (τεχνολ.) [για μηχανές] πέφτει η ισχύς μου, χάνω την κανονική λειτουργία μου
- (μτφ.) φλυαρώ.
Ετυμολογία
γαλλ. retard [= καθυστέρηση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρετάρω», σ. 729. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεταρω/