navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρετάρω

ρετάρω

ρ. [αμετβ.]

  1. (τεχνολ.) [για μηχανές] πέφτει η ισχύς μου, χάνω την κανονική λειτουργία μου
  2. (μτφ.) φλυαρώ.

Ετυμολογία

γαλλ. retard [= καθυστέρηση].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρετάρω», σ. 729. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεταρω/