navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρεκτιφιέ

ρεκτιφιέ

το, άκλ. ουσ.

  1. επιδιόρθωση
  2. (τεχνολ.) αποκατάσταση φθαρμένου κυλίνδρου σε μηχανή οχήματος με λείανση της επιφάνειάς του
  3. (μτφ.) ανασυγκρότηση.

Ετυμολογία

< γαλλ. rectifier [= επιδιορθώνω] < λατιν. rettificare [= ισιώνω, διορθώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεκτιφιέ», σ. 728. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεκτιφιε/