ρεκτιφιέ
το, άκλ. ουσ.
- επιδιόρθωση
- (τεχνολ.) αποκατάσταση φθαρμένου κυλίνδρου σε μηχανή οχήματος με λείανση της επιφάνειάς του
- (μτφ.) ανασυγκρότηση.
Ετυμολογία
< γαλλ. rectifier [= επιδιορθώνω] < λατιν. rettificare [= ισιώνω, διορθώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρεκτιφιέ», σ. 728. https://navalhistory.gr/lexiko/ρεκτιφιε/