navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πυρασφάλεια

πυρασφάλεια

η, ουσ.

  1. προφύλαξη για ατυχήματα από πυρκαγιά, πυροπροστασία
  2. η εταιρεία εκείνη που ασχολείται με την ασφάλιση των περιπτώσεων πυρκαγιάς και η οποία εξασφαλίζει εγγυήσεις, με μορφή αποζημιώσεων, στους πολίτες, τις εταιρείες, τους οργανισμούς κ.λπ.

Ετυμολογία

< πυρ- + ασφάλεια.

Παράγωγα

πυρασφαλιστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρασφάλεια», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρασφαλεια/