πυρασφάλεια
η, ουσ.
- προφύλαξη για ατυχήματα από πυρκαγιά, πυροπροστασία
- η εταιρεία εκείνη που ασχολείται με την ασφάλιση των περιπτώσεων πυρκαγιάς και η οποία εξασφαλίζει εγγυήσεις, με μορφή αποζημιώσεων, στους πολίτες, τις εταιρείες, τους οργανισμούς κ.λπ.
Ετυμολογία
< πυρ- + ασφάλεια.
Παράγωγα
πυρασφαλιστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρασφάλεια», σ. 716. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρασφαλεια/