navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πρέμνο

πρέμνο

το, ουσ.

  1. το μέρος του κορμού από κομμένο δέντρο που απομένει στο έδαφος, το κούτσουρο
  2. ο κορμός, κυρίως, του αμπελιού, αλλιώς: το κούρβουλο.

Ετυμολογία

< αρχ. πρέμνον, τό, [= η βάση, το κατώτερο μέρος του κορμού ενός δέντρου].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρέμνο», σ. 696. https://navalhistory.gr/lexiko/πρεμνο/