πρέμνο
το, ουσ.
- το μέρος του κορμού από κομμένο δέντρο που απομένει στο έδαφος, το κούτσουρο
- ο κορμός, κυρίως, του αμπελιού, αλλιώς: το κούρβουλο.
Ετυμολογία
< αρχ. πρέμνον, τό, [= η βάση, το κατώτερο μέρος του κορμού ενός δέντρου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πρέμνο», σ. 696. https://navalhistory.gr/lexiko/πρεμνο/