navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πηγή

πηγή

η, ουσ.

  1. φυσικό άνοιγμα στη γη από απ’ όπου αναβλύζει φυσικό νερό ή γεώτρηση απ’ όπου αντλείται πετρέλαιο, πετρελαιοπηγή, (φρ.) «θερμές / ιαματικές / μεταλλικές πηγές»,
  2. (μτφ.) τόπος ή πρόσωπο από όπου κάποιος αντλεί πληροφορίες
  3. (φυσ.) οτιδήποτε παράγει ήχο, φως, ηλεκτρικό ρεύμα, κλπ.
  4. (επιστ.) πρωτότυπο κείμενο από το οποίο αντλούνται στοιχεία και πληροφορίες για επιστημονικές εργασίες
  5. (πληροφ.) συσκευή ή πρόγραμμα που δημιουργεί σήμα ή τροφοδοτεί με πληροφορίες, αντών. δέκτης, αποδέκτης.

Ετυμολογία

< αρχ. πηγή.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πηγή», σ. 660. https://navalhistory.gr/lexiko/πηγη/