πηγή
η, ουσ.
- φυσικό άνοιγμα στη γη από απ’ όπου αναβλύζει φυσικό νερό ή γεώτρηση απ’ όπου αντλείται πετρέλαιο, πετρελαιοπηγή, (φρ.) «θερμές / ιαματικές / μεταλλικές πηγές»,
- (μτφ.) τόπος ή πρόσωπο από όπου κάποιος αντλεί πληροφορίες
- (φυσ.) οτιδήποτε παράγει ήχο, φως, ηλεκτρικό ρεύμα, κλπ.
- (επιστ.) πρωτότυπο κείμενο από το οποίο αντλούνται στοιχεία και πληροφορίες για επιστημονικές εργασίες
- (πληροφ.) συσκευή ή πρόγραμμα που δημιουργεί σήμα ή τροφοδοτεί με πληροφορίες, αντών. δέκτης, αποδέκτης.
Ετυμολογία
< αρχ. πηγή.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πηγή», σ. 660. https://navalhistory.gr/lexiko/πηγη/