λιθανθρακόπισσα
η, ουσ.
η πίσσα που παράγεται από την επεξεργασία των λιθανθράκων [πετροκάρβουνων].
Ετυμολογία
< λιθάνθρακας + πίσσα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιθανθρακόπισσα», σ. 483. https://navalhistory.gr/lexiko/λιθανθρακοπισσα/