navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › περίθλαση

περίθλαση

η, ουσ. [-άσεως | -άσεις, -άσεων]

(φυσ.) α) η απόκλιση κύματος από την αρχικά ευθύγραμμη πορεία του εξαιτίας της πρόσπτωσής του σε κάποιο εμπόδιο ή σχισμή μικρών διαστάσεων, β) η διάθλαση των ακτίνων του φωτός, (φρ.) «περίθλαση ραδιοκυμάτων / φωτός / φράγματος».

Ετυμολογία

< μτγν. περίθλασις < περιθλῶ < περί- + αρχ. θλάω, - ῶ, [= σπάζω], σημδ. από τη γαλλ. ή αγγλ. diffraction.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «περίθλαση», σ. 652. https://navalhistory.gr/lexiko/περιθλαση/